73 72 Εργασίες Μαθητών Εργασίες Μαθητών ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ τότε η πηγή των στοχασμών μου, εμίλει μόνο η καρδιά μου αθώα και λατρευτή, όταν το πρώτο βλέμμα μού είχες στείλει.» Γλυκιά ανάπαυλα τα διαλείμματα, οι στιγ- μές στο διάδρομο της Υπηρεσίας, οι βόλτες οι απογευματινές, οι συζητήσεις στη σκιά των μεγάλων δέντρων, τα βράδια για φαγη- τό. Ένιωθα την αγάπη μου να έχει ανταπό- κριση, τα αισθήματα ήταν αμοιβαία... Κάθε μέρα τον γνώριζα περισσότερο... ναι ήταν ο ένας και μοναδικός για μένα... Όσα είχα ποτέ μου ονειρευτεί... Κάθε μου επι- θυμία ολοκληρωνόταν με μια του ματιά, με ένα του χαμόγελο... Επιτέλους ζούσα! «Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα, μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοι- χτο κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα» Γυναίκα από τη Σονάτα: Ρίγος… Η κατάλλη- λη λέξη. Ήταν νέος, δυνατός, ωραίος… Για μια στιγμή ήθελα να πάω μαζί του. «Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο- τι δυνατό το στήθος σου- τι δυνατό φεγγάρι. Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μο- νάχος στη δόξα και στον θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησέ με να έρθω μαζί σου!» Δεν αντέχω άλλο σε τούτο το σπίτι. Ναι… ήθελα να πάω μαζί του! Για μια στιγμή ένιω- σα πως θα μπορούσα να είμαι ξανά ερωτευ- μένη. Και μετά πάλι όχι… Δεν είχα ανάγκη από έρωτες. Ήθελα απλώς να πάμε μια βόλ- τα. Μαζί, οι δυο μας. Εγώ κι εκείνος. Να κα- θόμασταν μαζί στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα να μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας. Ήθελα να δω ξανά τα φώτα της πολιτείας. Να περ- πατήσω στους μεγάλους της δρόμους. Μόνο στην πολιτεία θα μπορούσα να νιώσω ξανά ζωντανή, μόνο στην πολιτεία θα μπορούσα να ξεχάσω πως με έχει σημαδέψει η φθορά του χρόνου. Ρήνη: Κι εγώ είχα όνειρα. Ονειρευόμουν μια μέρα να αλλάξω ζωή. Να σταματήσω να δου- λεύω μεροκαματιάρα. Να δω τη μάνα μου να έχει χρόνο ελεύθερο, να σταματήσει να βα- σανίζεται για μας. Ήθελα να σταθώ στα πόδια μου, να μπορώ να συντηρώ τον εαυτό μου, να βοηθώ τη μάνα μου και τ’ αδέρφια μου. Φανταζόμουν ότι μια μέρα θα έχω το δικό μου σπίτι, τη δική μου οικογένεια. Θα είχα δίπλα μου έναν άντρα ακριβώς αντίθετο με τον πατέρα μου. Δεν ήταν κακός άνθρωπος, ήταν ευαίσθητος αλλά αδύναμος χαρακτή- ρας. Από ένα σημείο και μετά έρμαιο του πάθους του. Έπινε… όλο έπινε. Εγώ ήθελα να βρω κάποιον πιο δυνατό από μένα. Να με προσέχει, να με φροντίζει, να με αγαπά. Κι όταν είδα τον Αντρέα, εκείνο το βράδυ, που κρυβόταν μην τον πιάσει η αστυνομία, ένιωσα ότι αυτός είναι… αυτός που έψαχνα, αυτός που ονειρευόμουν. Από την πρώτη στιγμή που τον κοίταξα όλα άλλαξαν μέσα μου. Η μάνα μου δεν το είχε καταλάβει αλλά εκείνος… τα κατάλαβε όλα. Δεν ήταν ανάγκη να πω τίποτα. Ό,τι ένιωσα ήταν αμοι- βαίο. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό, ακόμα και μετά από όσα έγιναν. Πάντα τον πίστευα, πάντα τον αγαπούσα. Όμως… με απογοήτευσε. Δεν περίμενα ποτέ ότι ο άντρας που αγαπούσα θα με απαρνηθεί για λίγα τάλαρα. Ανάθεμα τα τάλαρα! Πόσες φορές το είπε κι εκείνος! Πίστευα ότι τίποτα δεν θα χαλούσε την ευ- τυχία μας. Δουλευτάδες κι οι δυο ποιον θα είχαμε ανάγκη! Κανέναν! Θα ξεκινούσα- με μια νέα αρχή! Όλα από το μηδέν. Εγώ κι εκείνος! Όμως εκείνος… ήταν δειλός! Φοβή- θηκε… Είχε αυτό που έχει κάθε ξεπεσμένος αριστοκράτης. Έμαθε στα πολλά δεν μπο- ρούσε στα λίγα. Ρασκόλνικοφ: Δεν είναι ότι δεν σ’ αγαπούσε. Μην τον αδικείς. Μπορώ να τον καταλάβω. Κι εγώ κάποτε ήθελα να αλλάξω τον κόσμο. Πίστευα πως θα τα καταφέρω. Ήθελα τόσο πολύ να τα καταφέρω. Να κάνω τη δική μου οικογένεια, να παντρευτώ. Μα αυτό θα μπο- ρούσε να γίνει μόνο όταν η μάνα μου και η αδερφή μου θα είχαν πεθάνει. Τώρα πώς; Να κάνω παιδιά και να τ’ αφήσω στους πέ- ντε δρόμους; Χωρίς μια πεντάρα, χωρίς ένα κομμάτι ψωμί; Δεν ήθελα να γίνει έτσι. Γι αυτό έψαχνα απεγνωσμένα λύσεις. Λύσεις που θα με βοηθούσαν να προχωρήσω. Που θα με αποδέσμευαν από τις μικροαστικές μου υποχρεώσεις, που θα μου έλυναν τα χέ- ρια, που θα με έκαναν να νιώσω σημαντικός, που θα με έκαναν να νιώσω ελεύθερος. Αρ- χικά έψαξα για εύκολα χρήματα. Έκανα μα- θήματα και έπαιρνα πενήντα καπίκια από τον κάθε μαθητή. Με αυτά τα χρήματα και τα χρήματα από την μητέρα μου μπορούσα να βγάλω τα λεφτά που ήθελα για να ντυθώ, να ποδεθώ και να φάω. Αλλά δεν το άντεχα. Δεν μου αρκούσε. Η ζωή μας επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις. Κάποιες φορές όλα αλλάζουν με το πάτημα ενός κουμπιού. Δεν θέλει πολλά ο νους του ανθρώπου για να σαλέψει. Μια μέρα πήρα τη μοιραία απόφαση: να πάρω τα λεφτά της γριάς, να τα ’χω για τις σπουδές μου και για τα πρώτα χρόνια όταν θα τελείωνα το πανε- πιστήμιο, χωρίς να βασανιστώ, ούτε να βα- σανίζω την μητέρα μου. Ήθελα να λύσω το πρόβλημά μου ριζικά, ν’ αρχίσω μια καριέρα εντελώς καινούρια. Ήθελα να έχω μια ζωή ολότελα ανεξάρτητη. Με έπιασε, βλέπετε, η κακία και δεν ήθελα να δουλέψω. Και δεν ήθελα ούτε να φάω. Δεν ήθελα τίποτα . Δεν ζήταγα τίποτα. Ήμουν σε μια πλήρη αδρά- νεια. Το απόλυτο τίποτα. Κενός. Πούλησα τα βιβλία μου, ενώ οι σημειώσεις και τα τετρά- δια μου είχαν πιάσει ένα δάχτυλο σκόνη. Το μόνο που μου άρεσε: να ξαπλώνω και να βυθίζομαι στις σκέψεις μου, να ονειρεύο- μαι τον ιδανικό κόσμο που θα ήθελα να ζω. Σκεφτόμουν, όλο σκεφτόμουν. «Γιατί είμαι τόσο βλάκας, ώστε, ενώ ξέρω πως οι άλλοι είναι βλάκες, δεν προσπαθώ να είμαι πιο έξυπνος απ’ αυτούς;» Ήμουν σίγουρος ότι οι άνθρωποι δε θ’ αλλάξουν, και ακόμα πιο σίγουρος πως δεν είναι δουλειά κανενός να τους αλλάξει. Ήξερα δεν αξίζει να χάνει κα- νείς τον καιρό του για κάτι τέτοιο. Από την άλλη όμως πάντα πίστευα πως όποιος τολ- μάει πολλά δικαιώνεται. Έτσι είναι πάντοτε. Μόνο οι τυφλοί δεν το βλέπουν. Ρήνη: Και νομίζεις πως όλα αυτά θα τα πετύ- χαινες με λίγα χρήματα; Η απληστία δεν εί- ναι καλό πράγμα. Το ξέρω. Το έζησα. Ακόμα κι εκείνη τη μέρα στην αγορά, που πήγε η μάνα μου και τον βρήκε, ένιωθα ότι θα πε- τάξει τα χρήματα και θα βάλει πάνω απ’ όλα την αγάπη! Ακόμα σκέφτομαι τα λόγια του, έτσι όπως εγώ θα ήθελα να τ’ ακούσω: Τη Ρήνη την αγαπώ, δεν τα θέλω τα λεφτά σου! Αυτά τα λόγια δεν τα άκουσα ποτέ. Λόγια που έμειναν όνειρα ανεκπλήρωτα. Δεν αγοράζε- ται η αγάπη. Όταν για λίγα χρήματα πουλάς τον άνθρωπό σου, πάει η αγάπη, έχει πετά- ξει το πουλί. Και δεν ξανάρχεται. Τιμή δεν έχει η αγάπη, τιμή δεν έχει κι η ζωή, όποιος την έχει την εδίνει με μια μα- τιά, μ’ ένα φιλί. Τα μόνα όνειρα που μπορώ να κάνω πια… εί- ναι για το παιδί μου. Νόρα: Το παιδί σου και τα μάτια σου. Κι εγώ τα παιδιά μου σκέφτηκα και αποφάσισα ότι θέλω να αλλάξω ζωή. Όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό. Εκείνο το βράδυ του τσακω- μού κάτι άλλαξε μέσα μου. Ένιωθα να πνί- γομαι, να μην αντέχω άλλο, να θέλω αέρα. Θέλω κάποιον να με ακούσει για μια φορά στη ζωή μου αληθινά. Θέλω να βρω αν- θρώπους να με αγαπούν γι’ αυτό που είμαι πραγματικά. Ήρθε η στιγμή να σταθώ στα πό- δια μου. Πόσο θα ήθελα να έχω μια δουλειά. Οποιαδήποτε δουλειά. Αλώστε καμία δου- λειά δεν είναι ντροπή. Αν και θα ήθελα μια δουλειά που να μου δίνει την ευκαιρία να συναναστρέφομαι με ανθρώπους, να βοηθή- σω ανθρώπους να ξεπεράσουν προβλήματά τους. Να γραφτώ σε μια σχολή, να πάω Πανε- πιστήμιο, να σπουδάσω. Να σπουδάσω κάτι που να με γεμίζει, να δίνει νόημα στη ζωή μου. Θα μπορούσα να ασχοληθώ με τη ψυ- χολογία! Ναι! Να γίνω ψυχολόγος. Να γίνω δυνατή, να γινώ ανεξάρτητη. Ίσως έτσι μια μέρα καταφέρω να πάρω τα παιδιά μου κο- ντά μου. Δεν θέλω να ζουν με έναν άνθρωπο σαν τον πατέρα τους. Το μόνο που τον ενδι- αφέρει είναι η δημοσιά εικόνα του. Θέλω να μάθουν να αγαπούν αληθινά, να ζουν κάθε στιγμή της ζωής τους. Να μην βλέπουν τους ανθρώπους σαν κούκλες. Να με σέβονται και να με υπολογίζουν. Όσο για τον Χέλμερ… δεν θέλω να τον ξανα- δώ ποτέ στη ζωή μου! Ρασκόλνικοφ: Κι εγώ… ήθελα να γίνω κάτι. Ήθελα να γίνω κάποιος. Ήθελα να έχω τον