95 94 Βραβεία & Διακρίσεις Βραβεία & Διακρίσεις ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΜΑΘΗΤΙΚΌΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΌΣ: «ΚΎΠΡΟΣ - ΕΛΛΆΔΑ - ΟΜΟΓΈΝΕΙΑ: ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΈΣ ΓΈΦΥΡΕΣ» Συμμετοχή της μαθήτριας Βασιλικής Χάμμουτα του τμήματος Α3 και διάκρισή της στη δεύ- τερη θέση στην κατηγορία «αφίσα». ΠΑΓΚΎΠΡΙΟΙ ΑΓΏΝΕΣ ΣΤΊΒΟΥ Διακρίσεις 1η θέση: Γιώργος Τρακκούδης στα 80m, του τμήματος Γ11 (Ειδική Μονάδα) 3η θέση: Ειρηναίος Πιντιρίσιης στα 800m, του τμήματος Α2 3η θέση: Ζούμου Ευφροσύνη στον Ακοντισμό, του τμήματος Α3 5η θέση: Άντρεα Πιερίδου στο Έπταθλο, του τμήματος Γ4 Συμμετοχές Πέτρος Χατζηστυλλής στα 200m, του τμήματος Γ4 Νικολέττα Κλεάνθους στα 100m, του τμήματος Α2 Χριστίνα Κουμίδου στο άλμα εις τριπλούν, του τμήματος Β1 ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΌΣ ΠΟΊΗΣΗΣ ΚΏΣΤΑ ΜΌΝΤΗ Βράβευση της μαθήτριας Ευφροσύνης Ζούμου, του τμήματος Α3 με Έπαινο με το ποίημα «Μια ιστορία απαντοχής» Μια ιστορία απαντοχής* Χορό ξεκίνησαν μικρά παιδιά στην παραλία και βοτσαλάκια ρίξανε στη θάλασσ’ απαρτία. Φωνές, γελάκια άκουσε ο αγέρας και ξυπνάει, τρέχει κι αυτός στην αμμου- διά, κοντά τους για να πάει. Ήρθαν πουλιά της ξενιτιάς, όλο χαρά γεμάτα, με τα παιδιά τραγούδησαν χαρούμενα μαντάτα. Άκουσαν κι άλλοι τις φωνές από τα γιαρεδάκια*, είπαν να στήσουνε κι αυτοί χορό με τ ’αλανάκια. Μέσα στα δάση τα πυκνά, τα πράσινα, τα ρούσια*, λεβέντες αναστήθηκαν μέσα απ’ τα κιβούρια*. Κάτσανε γύρω απ’ τη φωτιά, κοντά στη παραλία, κι όλοι με πρόσωπα χλωμά λέγαν παλιά ‘στορία. Πάνω στ’ αντάρτικα βουνά, τη νύχτα μες στα χάνια, σκυλιά με κόκκινα πανιά σκοτώνουν παλικάρια. Σε κάθε μάχη από μπροστά περνά με δόλο ο χάρος , μα δεν τους κλέβει τη χαρά, έχουν σκοπό και θάρρος. Φέρνουν θεριά οι Αγαρηνοί, στεγνά και πεινασμένα κι όλοι μαζί, πιο σκοτεινοί, σφάζουνε μανιασμένα. Άκραχτη* έμεινε η ψη* μπροστά στην ανεμώνη, που άνθισε μες τη φωτιά, στο ματωμένο αλώνι. Τότε σηκώνεται σκιά, μέσα απ’τη γωνία, λέει δυο λόγια της καρδιάς, απ’ την παλιά ‘στορία. Αλαλιασμένη* μια μορφή με πίκρα απαριάζει*, στεφάνι άσπρης κεφαλής στο χώμα που μας κράζει. Στιγμές αγάπης και χαράς, αδέρφια μου και φίλοι, θέλησαν κι άλλοι να γευ- τούν σαν το κρασί στα χείλη. Τότες ακούγεται φωνή να κλαίει και να λέει για μια ακόμα χειμωνιά, που ζει και αναπνέει. Ζενόμουνα* σαν έπιανα στα χέρια μου το όπλο, άγουρος ήμουν κι έχανα της νιότης μου τον πόθο. Κάθε φορά που έστηνα καρτέρι στον εχθρό μου, βαθιά τα μάτια έκλεινα και στην Εδέμ χανόμουν. Ο ήχος απ’ τα σίδερα τα ώτα μου βαραίνει και όσα ήταν ήμερα μια λύσσα πια τα δέρνει.